Ο πληρέστερος ηλεκτρονικός επαγγελματικός οδηγός του N.Έβρου
Big Barrel

Κάτι τρέχει στον Έβρο

Η πόλη γίνεται μια παρέα την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς.Φωτ: Θεόδωρος Ορδουμποζάνης
Η πόλη γίνεται μια παρέα την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς.Φωτ: Θεόδωρος Ορδουμποζάνης

Ανάβουν τα μαγκάλια της Πρωτοχρονιάς στην Αλεξανδρούπολη

30-12-2025

Αύριο είναι Παραμονή Πρωτοχρονιάς και η Αλεξανδρούπολη όπως κάθε χρόνο θα πνίγεται στους καπνούς και τις... μυρωδιές των ψημένων κρεάτων.

Όλη η πόλη γίνεται μια παρέα. Το κρασί και το τσίπουρο ρέουν άφθονα ενώ οι ζουρνάδες, τα κλαρίνα και τα νταούλια δίνουν τον ρυθμό! Αυτά είναι τα λεγόμενα "μαγκάλια της Πρωτοχρονιάς"! Ένα έθιμο με μεγάλη ιστόρία που ξεκινάει μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους το 1945.

Τότε η αγορά άρχισε να βρίσκει σιγά σιγά την παλιά της αίγλη! Η πλειοψηφία των καταστημάτων τροφίμων βρισκόταν στην οδό Εμπορίου.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, οι καταστηματάρχες στην οδό Εμπορίου στόλιζαν με την πραμάτεια τους τις προσόψεις των καταστημάτων που ήταν ανοικτές για να την βλέπει κόσμος που κατέβαινε για να ψωνίσει τα αναγκαία για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι.

Λόγω του ψύχους που επικρατούσε, οι κρεοπώλες, που είχαν ορθάνοιχτα τα μαγαζιά τους, αναγκαζόταν να ανάβουν μαγκάλια με κάρβουνο για να ζεσταθούν και με την ευκαιρία αυτή συνήθιζαν να ψήνουν πάνω στα κάρβουνα διάφορα κοψίδια και έτσι ξεκινούσε σιγά σιγά το γλέντι!

KYRCOM


Το έθιμο αυτό συνεχίστηκε ανελλιπώς μέχρι την παραμονή πρωτοχρονιά του 1965 και έκανε μια μεγάλη παύση για πολλά χρόνια ώσπου ξαναήρθε στην επικαιρότητα στα μέσα στη δεκαετία του 1990 σποραδικά σε διάφορα σημεία της πόλης, κυρίως από ανθρώπους που είχαν ζήσει στην οδό Εμπορίου παλιά, έξω από καφετερίες και ταβέρνες, για να λάβει την σημερινή μορφή, κατά την οποία όλη η πόλη απ' άκρου σ΄ άκρο, πνίγεται στον καπνό των μαγκαλιών και «μοσχοβολά»!

Έτσι λοιπόν αποχαιρετούμε τον χρόνο που φεύγει στην Αλεξανδρούπολη με νταούλια, ψηστήρια, άφθονο κρασί και αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα!

Καλή Χρονιά σε όλους.

Πηγή: Με πληροφορίες από το αρχείο του Θεόδωρου Ορδουμποζάνη