Ο πληρέστερος ηλεκτρονικός επαγγελματικός οδηγός του N.Έβρου
Big Barrel

Κάτι τρέχει στην Ελλάδα

Μία προσέγγιση του Νίκου Κέλελη, οικονομολόγου από την Αλεξανδρούπολη.
Μία προσέγγιση του Νίκου Κέλελη, οικονομολόγου από την Αλεξανδρούπολη.

Η αδυναμία κοινής οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη και οι επιπτώσεις της στην οικονομική συγκυρία.

14-03-2015

Η οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων διεξάγεται κατά κύριο λόγο μέσω της δημοσιονομικής και της νομισματικής πολιτικής οι οποίες έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες, αλλά λειτουργούν συνδυαστικά προς επίτευξη οικονομικών στόχων. Η πρώτη καθορίζει τους φόρους και τις δαπάνες του κράτους, ενώ η δεύτερη την ποσότητα του χρήματος και το επιτόκιο. Στα πλαίσια του κοινού νομίσματος οι χώρες μέλη της ευρωζώνης απώλεσαν σχεδόν εξολοκλήρου τη νομισματική πολιτική τους η οποία άρχισε να ρυθμίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και να είναι κοινή για όλα τα κράτη. Ωστόσο, το κάθε κράτος έχει τη δυνατότητα να ασκεί τη δική του δημοσιονομική πολιτική προκειμένου να πετύχει τους δικούς του οικονομικούς στόχους, δεδομένου ότι η διάρθρωση της κάθε οικονομίας είναι διαφορετική. Ο συνδυασμός αυτός, δηλαδή της ετερογένειας των κρατών μελών (πλεονασματικά και ελλειμματικά) που συνθέτουν τη ζώνη του ευρώ και της έλλειψης ενιαίας δημοσιονομικής πολιτικής (χαλαρής ή περιοριστικής) καθιστούν τη νομισματική ένωση ατελή, και με μηδαμινές δυνατότητες ευελιξίας στις περιόδους των κρίσεων.

Το κυβερνητικό έλλειμμα στον συντονισμό της Ευρωπαϊκής πολιτικής είχε ως συνέπεια τα χρόνια προ κρίσης να εφαρμοστεί ένα εύφλεκτο μείγμα οικονομικής πολιτικής σε όλη την Ευρώπη όπου τα κράτη μέλη υιοθέτησαν ανταγωνιστικές στρατηγικές, που με την έναρξη της, οδήγησε σε αδιέξοδα και διασπαστικές τάσεις. Από τη μία, οι χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου απέκτησαν πρόσβαση σε φτηνό χρήμα δεδομένου ότι η νομισματική ενοποίηση συμπίεσε τα επιτόκια δανεισμού των χωρών αυτών σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα (δανειζόταν από τις αγορές με το ίδιο περίπου κόστος που δανειζόταν και η Γερμανία, κάτι πρωτοφανές αν αναλογιστεί κανείς τις διαφορές των οικονομιών) και από την άλλη, η Γερμανία εφάρμοσε ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής πειθαρχίας, διότι οποιαδήποτε ενέργεια δημοσιονομικής ώθησης θα διαχέονταν στους γείτονες της λόγω του ότι οι ευρωπαϊκές οικονομίες είναι πολύ ανοιχτές.

Επιπρόσθετα οι διεθνείς προκλήσεις με την ραγδαία αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης χωρών όπως η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, η Ρωσία και η αυξημένη παραγωγική δραστηριότητα την οποία αναλάμβαναν οι χώρες αυτές στο έδαφός τους (κυρίως η Κίνα), οδήγησαν τη Γερμανία στα πλαίσια αποφυγής της αποβιομηχανοποίησης της χώρας, να κρατήσει τους μισθούς σταθερούς, δίνοντας αυξήσεις στα όρια του πληθωρισμού. Αξίζει να σημειωθεί ότι τις ενέργειες αυτές η Γερμανία κατάφερε να τις εφαρμόσει με συναίνεση των εργατικών συνδικάτων. Δηλαδή άσκησε συναινετικά μία περιοριστική δημοσιονομική πολιτική με συνέπεια το πραγματικό εισόδημα του Γερμανού πολίτη να βελτιωθεί ελάχιστα από την εισαγωγή του ευρώ στην οικονομία της Γερμανίας (όχι όμως και το βιοτικό του επίπεδο που δεν σταμάτησε ποτέ να βελτιώνεται). Από την άλλη πλευρά η Ελλάδα και ο Ευρωπαϊκός Νότος άσκησαν επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, εκμεταλλευόμενοι το φτηνό και άφθονο χρήμα που αποσπούσαν από τις χρηματαγορές.

Έτσι στην Ελλάδα είδαμε προ κρίσης γενναιόδωρες μισθοδοτικές πολιτικές, περιορισμένη φορολογία, αρκετές προσλήψεις στο δημόσιο κτλ., δηλαδή μία οικονομική πολιτική εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτήν της Γερμανίας, τόσο, όσον αφορά την άσκηση οικονομικής πολιτικής, όσο και σε ό,τι αφορά τη χρήση των κεφαλαίων (στην Ελλάδα το δημοσιονομικό χάσμα χρησιμοποιήθηκε για κατανάλωση και όχι για επενδύσεις).

Το αποτέλεσμα των παραπάνω, δηλαδή η εκ των προτέρων διαφορετική δημοσιονομική πολιτική ήταν ότι με την εκδήλωση της κρίσης, η κάθε κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της, έπρεπε να ασκήσει εκ νέου διαφορετική οικονομική πολιτική.  Οι Έλληνες και ο Ευρωπαϊκός Νότος είχαν ανάγκη από μία αύξηση της ρευστότητας και την κοπή πληθωριστικού χρήματος προκειμένου να απομειωθούν τα χρέη, ενώ κάτι τέτοιο για τη Γερμανία θα ήταν επιβλαβές και επικίνδυνο. Ο λόγος είναι ότι η κοπή χρήματος θα σήμαινε τη μείωση της αξίας του ευρώ λόγω πληθωρισμού που θα προέκυπτε (με τα ίδια χρήματα θα αγοράζαμε λιγότερα αγαθά, γιατί πλέον θα ήταν πιο ακριβά, αλλά με αυτό τον τρόπο θα μειώναμε και το χρέος) με αποτέλεσμα οι Γερμανοί πολίτες οι οποίοι όλα αυτά τα χρόνια δεν είχαν δει κάποια σημαντική βελτίωση στο ονομαστικό εισόδημά τους, να έβλεπαν σημαντική μείωση του πραγματικού εισοδήματός τους, μιας και η αξία του ευρώ θα είχε μειωθεί. Επίσης,  η Γερμανία ως πλεονασματική οικονομία, με μία υποτίμηση του νομίσματός της, θα έβλεπε την αξία των σπουδαίων διαθεσίμων της - τα οποία απέκτησε μέσω των εξαγωγών της - να μειώνεται αισθητά. Ως εκ τούτου, μία σημαντική πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου ήταν πιθανό να «βραχυκυκλώσει» την «ατμομηχανή» της ευρωπαϊκής οικονομίας, κάτι το οποίο ίσως είχε εκτεταμένες αρνητικές επιπτώσεις, γιατί το ερώτημα ήταν αν το πλέον φερέγγυο κράτος - μέλος κινδύνευε με ύφεση, ποιος θα εγγυόταν τη βιωσιμότητα της νομισματικής ένωσης δεδομένης της αφερεγγυότητας ή της δεινής οικονομικής θέσης των υπολοίπων κρατών μελών.

Με άλλα λόγια, η εκ των προτέρων διαφορετική δημοσιονομική πολιτική είχε ως συνέπεια την εκ των υστέρων αδυναμία εφαρμογής κοινής πολιτικής. Αυτό που ακολούθησε ήταν μία αργόσυρτη διαδικασία προσαρμογής, με επώδυνους συμβιβασμούς για τη Γερμανία και σε πολλές περιπτώσεις καταστροφικούς για τους υπόλοιπους όπως η Ελλάδα. Το Γερμανικό κράτος, όλα αυτά τα χρόνια, υποχώρησε από τις αρχικές του θέσεις, έδωσε αυξήσεις στους μισθούς, ώστε να είναι εφικτή μία υποτίμηση του νομίσματος και σταδιακά αποδέχτηκε την αύξηση χρήματος από την ΕΚΤ σε σημείο που σήμερα η ισοτιμία ευρώ δολαρίου να είναι 1,1 ευρώ ανά δολάριο, δηλαδή αρκετά χαμηλή αν αναλογιστεί κανείς ότι αρχικά η ισοτιμία ήταν αρκετά υψηλή (ποσοστιαία μεταβολή περίπου 20%) καθώς επίσης και το γεγονός ότι το δολάριο σήμερα είναι διεθνώς υποτιμημένο σε σχέση και με τα άλλα νομίσματα. Από την άλλη πλευρά, οι χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου και κυρίως η Ελλάδα στην προσπάθεια προσαρμογής εντός του ευρώ εφάρμοσαν αναγκαίες πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης με αποτέλεσμα να βιώσουν μία από τις χειρότερες κρίσεις της ιστορίας τους, με τεράστιες κοινωνικές προεκτάσεις.

Πέρα, όμως, από την ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος η κρίση του ευρώ επηρέασε και την παγκόσμια οικονομία λόγω της δυναμικής του νομίσματος και των κεφαλαίων που εκπροσωπεί με αποτέλεσμα τόσο την εμπλοκή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), αλλά και την επανειλημμένη πολιτική τοποθέτηση των ΗΠΑ κατά των πολιτικών λιτότητας.

Ωστόσο οι ΗΠΑ δεν ήταν η πρώτη φορά που δυσανασχετούσαν δημόσια για τις πολιτικές λιτότητας καθώς από το 2003 είχαν συχνές τοποθετήσεις που επέκριναν αυτήν τη στάση της Γερμανίας για περιοριστική δημοσιονομική πολιτική και την κατηγορούσαν ανοιχτά ότι στρεβλώνει τη διεθνή αγορά συναλλάγματος, μέσω του προγράμματος εσωτερικής υποτίμησης που εφάρμοζε. Ο λόγος της αντίδρασης των ΗΠΑ, προφανώς ήταν ότι πλήττονταν τα συμφέροντα τους. Οι περιορισμένες αυξήσεις στους μισθούς των Γερμανών εργαζομένων δημιουργούσαν δύο καταστάσεις: Πρώτον, τα γερμανικά προϊόντα πέρα από την ποιότητά τους αποκτούσαν και πλεονέκτημα κόστους στις διεθνείς αγορές καθώς παράγονταν με χαμηλότερο εργατικό κόστος. Δεύτερον, ο περιορισμένος μισθός των Γερμανών εργαζομένων καθώς δεν ακολουθούσε τους ρυθμούς ανάπτυξης της Γερμανικής οικονομίας είχε ως συνέπεια οι Γερμανοί πολίτες να καταναλώνουν λιγότερο από όσο παράγουν. Ως εκ τούτου, τα προϊόντα των ΗΠΑ πωλούνταν όλο και με μεγαλύτερη δυσκολία. Το αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν η δημιουργία μεγάλων εμπορικών πλεονασμάτων από πλευράς Γερμανίας και μεγάλων εμπορικών ελλειμμάτων από πλευράς ΗΠΑ. Βέβαια για το εμπορικό ισοζύγιο των ΗΠΑ δεν ευθύνονταν μόνο η πολιτική της Γερμανίας, αλλά και οι οικονομικές πολιτικές χωρών όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και άλλων.

Συμπερασματικά το κοινό νόμισμα ελλείψει ενιαίας χάραξης πολιτικής από τα κράτη μέλη, δημιούργησε αδυναμία λήψης αποφάσεων που να αμβλύνουν τις συνέπειες της κρίσης ομοιόμορφα. Οι πλεονασματικές οικονομίες είχαν ανάγκη από ένα ισχυρό ευρώ και οι ελλειμματικές οικονομίες από ένα αδύναμο ευρώ. Και δυστυχώς το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αξία του νομίσματος, αλλά διευρύνεται με την απουσία πολιτικών στήριξης που να στηρίζουν την εσωτερική ζήτηση. Με άλλα λόγια, η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ανέδειξε με τον πλέον δυσάρεστο τρόπο τις ατέλειες και τις αδυναμίες του κοινού νομίσματος, με κυριότερη αδυναμία ότι το μερίδιο στην εξαγωγική αγορά που κερδίζει η μία χώρα το χάνει πάντα κάποια άλλη. Δηλαδή το μέγεθος του οφέλους ή της ζημίας κάθε κράτους - μέλους, εξαρτάται από το μέγεθος των συναλλαγών που πραγματοποιεί στα πλαίσια εντός της ένωσης, κάτι το οποίο καθιστά την ανάπτυξη εφικτή μόνο μέσω εξαγωγών, ιδίως όταν εφαρμόζονται πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης.
Εν κατακλείδι, η νομισματική ένωση, για να καταστεί βιώσιμη, θα πρέπει να συνοδευτεί και από ευρύτερες πολιτικές οικονομικής ολοκλήρωσης έτσι ώστε να αμβλύνονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ των κρατών - μελών και θα καθιστούν εφικτή την χάραξη ενιαίας στρατηγικής.

Ωστόσο, για την Ελλάδα η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν επαρκεί από μόνη της για να αντιμετωπίσει τα χρόνια προβλήματα και τις δυσλειτουργίες που έχει. Τα ελλείμματα ανταγωνιστικότητας της χώρας πριν την ΟΝΕ εποχή ήταν εύκολα αντιληπτά καθώς η δραχμή από την δεκαετία του 50, έως την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ έχασε περίπου 30 φορές της αξίας της. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην απουσία ενός σχεδίου παραγωγικής δομής, όπου σε συνδυασμό με τις πελατειακές σχέσεις μεταξύ των πολιτικών φορέων της κοινωνίας και των επιχειρηματιών, μετέτρεψε την οικονομία της χώρας σε παρασιτική. Κατά συνέπεια η Ελλάδα πέρα από τις επιδιώξεις της όσον αφορά τη διαχείριση του χρέους της, θα πρέπει σήμερα εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία να συντρίψει τις πελατειακές σχέσεις και να δημιουργήσει ένα πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης επενδύοντας σε κλάδους που κατέχει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Νικόλαος Κέλελης,
Οικονομολόγος MSc – Εκπαιδευτικός